τραγουδάω
ρήμα1. Παράγω με τη φωνή μελωδικές νότες και ρυθμικές φράσεις, ελέγχοντας ύψος, χρονισμό και χροιά για να αποδώσω ένα τραγούδι.
2. Εκτελώ μουσικό κομμάτι δημόσια ή ιδιωτικά, ερμηνεύοντας στίχους και μελωδία για ακροατήριο ή ηχογράφηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε Κυριακή τραγουδάω στη χορωδία της εκκλησίας.
- Στο μπάνιο τραγουδάω όταν παίρνω ντους.
- Στην ηχογράφηση του νέου άλμπουμ τραγουδάω όλα τα μέρη των φωνητικών.
- Όταν είμαι χαρούμενη, συνήθως τραγουδάω από χαρά.
- Προσπαθώ να τραγουδάω πιο σωστά, γι’ αυτό παίρνω μαθήματα φωνητικής.
- Αύριο το βράδυ θα τραγουδάω στο μικρό κλαμπ της γειτονιάς.