κραυγάζω

ρήμα

1. Εκφέρω δυνατή, επαναλαμβανόμενη ή επίμονη φωνή με σκοπό να τραβήξω την προσοχή ή να εκδηλώσω πόνο, φόβο, χαρά ή έκπληξη.

2. Διαμαρτύρομαι ή απαιτώ έντονα και φωναχτά, εκφράζοντας αγανάκτηση, αντίθεση ή αίτημα με επιτακτικό τρόπο.

Συνώνυμα

φωνάζω βροντοφωνάζω βοάω ουρλιάζω αναφωνώ ανακράζω ξεφωνάζω κράζω αλαλάζω γαβγίζω ξελαρυγγιάζω εκφράζω ομιλώ λέω μιλάω διαλαλώ θορυβώ παραληρώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Όταν με τσίμπησε το φίδι, κραυγάζω από πόνο.
  • Βλέποντας τη φωτιά, κραυγάζω για βοήθεια ώστε να τρέξουν οι γείτονες.
  • Όταν βλέπω αδικία, κραυγάζω κατά της διαφθοράς.
  • Ως δημοσιογράφος, κραυγάζω την ανάγκη για διαφάνεια.
  • Μου φαίνεται πως κραυγάζω στο κενό όταν προσπαθώ να πείσω τους αδιάφορους.
  • Στο γήπεδο, όταν η ομάδα σκοράρει, κραυγάζω από ενθουσιασμό.