βροντοφωνάζω

ρήμα

1. Εκφωνώ κάτι με πολύ δυνατή, βροντώδη φωνή, για να τραβήξω την προσοχή ή να δώσω έμφαση.

2. Δηλώνω ή ανακοινώνω έντονα και εμφατικά, συχνά δημόσια ή σε συγκέντρωση, με σκοπό να πείσω ή να επιβληθώ.

Συνώνυμα

φωνάζω κραυγάζω φωνασκώ βοάω ουρλιάζω βροντώ βρυχώμαι ξεφωνίζω αναφωνώ ανακράζω διαλαλώ διατρανώνω διακηρύσσω γιουχάρω διαμαρτύρομαι ομιλώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ομιλητής βροντοφωνάζω το μήνυμά του στην αίθουσα.
  • Σε κάθε συγκέντρωση, βροντοφωνάζω τα δικαιώματά μας.
  • Η δασκάλα είπε να μη βροντοφωνάζω μέσα στην τάξη.
  • Οι διαδηλωτές βροντοφωνάζω συνθήματα στους δρόμους.
  • Δεν χρειάζεται να βροντοφωνάζω για να με ακούσουν.