υποδηλώνω
ρήμα1. Κάνω κάτι γνωστό έμμεσα ή φανερώνω κάτι με τρόπο που το αφήνει να γίνει αντιληπτό.
2. Δείχνω ή δηλώνω ότι κάτι ισχύει, υπάρχει ή πρόκειται να συμβεί με σημάδια, ενδείξεις ή συμπεριφορά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κόκκινο φανάρι υποδηλώνει ότι πρέπει να σταματήσουμε.
- Η σιωπή του υποδηλώνει αμηχανία.
- Το χαμόγελό της υποδηλώνει ότι συμφωνεί μαζί μας.
- Αυτά τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η υπόθεση είναι πιο περίπλοκη.
- Η αλλαγή στον τόνο της φωνής του υποδηλώνει θυμό.
- Η απουσία του από τη συνάντηση υποδηλώνει πως κάτι σοβαρό συνέβη.