μαρτυρώ
ρήμα1. Δίνω μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, καταθέτοντας όσα γνωρίζω ή παρατήρησα σχετικά με ένα γεγονός.
2. Βεβαιώνω ή δηλώνω ότι κάτι συνέβη ή υπάρχει, ως αυτόπτης ή κάτοχος αξιόπιστης πληροφορίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη δίκη, εγώ μαρτυρώ υπέρ του κατηγορουμένου.
- Κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς, μαρτυρώ ότι είδα έναν άνδρα να βγαίνει από το σπίτι.
- Με κάθε βήμα στο μονοπάτι, μαρτυρώ την κούρασή μου.
- Ως αρχαιολόγος, μαρτυρώ ότι τα ευρήματα ανήκουν σε προγενέστερη εποχή.
- Με τις ρυτίδες στο πρόσωπό μου, μαρτυρώ τις δυσκολίες που πέρασα.