κουβεντιάζω
ρήμα1. Εκφράζω και ανταλλάσσω προφορικά απόψεις, σχόλια ή πληροφορίες με κάποιον/κάποιους σε χαλαρό ή ανεπίσημο τόνο.
2. Συμμετέχω σε ελαφριά, φιλική συζήτηση χωρίς συγκεκριμένο πρακτικό σκοπό, συνήθως για να περάσει η ώρα ή να διατηρηθεί η επικοινωνία.
Συνώνυμα
κουβεντολογώ τσάταρω συζητώ συζητάω συνομιλώ συνομιλάω μιλάω μιλώ διαλέγομαι συνδιαλέγομαι χαβαλετζίζω ομιλώ επικοινωνώ κουτσομπολεύω φλυαρώ λαλάω πλατειάζω χαζολογώ διηγούμαι αρθρώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το απόγευμα στην καφετέρια κουβεντιάζω με φίλους για τα νέα.
- Στη δουλειά κουβεντιάζω με τους συνεργάτες για το επόμενο πρότζεκτ.
- Πριν αποφασίσουμε, κουβεντιάζω για τις εναλλακτικές με την οικογένειά μου.
- Κάθε Κυριακή κουβεντιάζω με τη μητέρα μου στο τηλέφωνο.
- Στο διάλειμμα κουβεντιάζω με συναδέλφους και μαθαίνω τα νέα τους.