μνημονεύω
ρήμα1. Φέρνω στο νου ή διατηρώ στη μνήμη πρόσωπο, γεγονός ή πληροφορία.
2. Αναφέρω προφορικά ή γραπτώς κάποιον ή κάτι, με σκοπό την υπενθύμιση, την ενημέρωση ή την απόδοση τιμής.
Συνώνυμα
αναφέρω υπενθυμίζω θυμάμαι καταγράφω επισημαίνω τιμώ εορτάζω παραπέμπω αναφέρομαι αναπολώ ανακαλώ θυμίζω αναγνωρίζω υπομνηματίζω αποτυπώνω γιορτάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη συνεδρίαση μνημονεύω τα προηγούμενα θέματα για να επικεντρωθούμε στην ουσία.
- Στο άρθρο μου μνημονεύω τη σχετική νομολογία και βιβλιογραφία.
- Κάθε χρόνο στην επέτειο μνημονεύω τους πεσόντες με σεβασμό.
- Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας μνημονεύω όσους δεν είναι πια μαζί μας.
- Πάντα μνημονεύω την πρώτη μας συνάντηση με νοσταλγία.