απαγγέλλω
ρήμα1. Εκφωνώ ή διαβάζω προφορικά ένα γραπτό κείμενο, ιδίως ποίημα ή επίσημη ομιλία, με σκοπό την ακρόαση ή την καλλιτεχνική απόδοση.
2. Ανακοινώνω ή γνωστοποιώ δημόσια ή επίσημα μια πληροφορία, απόφαση ή μήνυμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μαθήτρια απαγγέλλει ένα ποίημα στη σχολική γιορτή.
- Καθημερινά ο παππούς απαγγέλλει προσευχές πριν κοιμηθεί.
- Ο δικαστής απαγγέλλει την ποινή στον κατηγορούμενο.
- Η δασκάλα απαγγέλλει τα ονόματα των μαθητών κατά την πρωινή παρουσία.
- Στον κατηγορούμενο απαγγέλθηκε η ετυμηγορία.