διαμονή
ουσιαστικό1. Παραμονή σε κάποιον τόπο για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, ως κατάσταση ή ενέργεια.
2. Ο τόπος ή οι χώροι όπου διαμένει προσωρινά ή μόνιμα κάποιος, παρέχοντας κατάλυμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαμονή στο ξενοδοχείο κράτησε τρεις ημέρες.
- Η διαμονή στο νοσοκομείο απαιτούσε ειδική φροντίδα.
- Η νόμιμη διαμονή στη χώρα απαιτεί έγκριση από τις αρμόδιες αρχές.
- Το πακέτο διακοπών περιλαμβάνει πλήρη διαμονή και πρωινό.
- Η διαμονή στην εστία του πανεπιστημίου είναι οικονομική επιλογή.