παντοδυναμία

ουσιαστικό

1. Απόλυτη και απεριόριστη εξουσία ή δύναμη που επιτρέπει τον πλήρη έλεγχο και την καθοδήγηση κάθε πράγματος.

2. Ιδιότητα που αποδίδεται σε θεότητα ή υπέρτατη οντότητα, κατά την οποία δεν υπάρχουν περιορισμοί στη βούληση ή στη δυνατότητα δράσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παντοδυναμία του Θεού αποτελεί βασική πίστη πολλών θρησκειών.
  • Οι διαδηλωτές καταγγέλλουν την αυταρχία και ζητούν να μπει τέλος στην παντοδυναμία των ελίτ.
  • Η τεχνολογία δεν έχει πραγματική παντοδυναμία, αλλά αλλάζει ριζικά την καθημερινότητά μας.
  • Με την έπαρσή του, συμπεριφερόταν σαν να είχε παντοδυναμία στο γραφείο.
  • Η έννοια της παντοδυναμίας εγείρει παράδοξα όταν τη συνδέουμε με την ύπαρξη του κακού.
  • Στο στερέωμα της μυθολογίας, οι θεοί έκρυβαν την παντοδυναμία μέσα σε μυστικά σύμβολα.