σημείωση
ουσιαστικό1. Σύντομο γραπτό κείμενο που καταγράφει πληροφορία, υπενθύμιση ή σημαντική λεπτομέρεια για μελλοντική αναφορά.
2. Γραπτό σχόλιο ή επεξήγηση προσαρτημένη σε κείμενο, που διευκρινίζει, σχολιάζει ή επισημαίνει σημείο του πρωτοτύπου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανα μια σημείωση στο περιθώριο του βιβλίου.
- Η σημείωση του επιμελητή εξηγεί τις αλλαγές στο κείμενο.
- Άφησα μια σημείωση στην πόρτα για τους συναδέλφους.
- Η σημείωση στο πεντάγραμμο είναι ρε.
- Κράτησα μια σημείωση με τις ιδέες μου.
- Η σημείωση του γιατρού υπενθυμίζει τις οδηγίες θεραπείας.