ταμπέλα

ουσιαστικό

1. Πινακίδα ή επιγραφή κατασκευασμένη από διάφορα υλικά που φέρει γράμματα, σύμβολα ή εικόνες και χρησιμεύει για πληροφόρηση, προειδοποίηση, καθοδήγηση ή ονομασία χώρων, εγκαταστάσεων και αντικειμένων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ταμπέλα του καφέ κρέμεται πάνω από την είσοδο.
  • Η ταμπέλα στο δρόμο δείχνει την κατεύθυνση προς το λιμάνι.
  • Έκοψα την ταμπέλα από το καινούριο πουκάμισο γιατί με ενοχλούσε.
  • Δεν μου αρέσει όταν κολλάνε ταμπέλες σε ανθρώπους χωρίς να τους γνωρίζουν.
  • Η ταμπέλα στη συσκευασία αναγράφει τα συστατικά και την ημερομηνία λήξης.