απωθώ
ρήμα1. Ασκώ δύναμη ή πίεση σε κάτι ή κάποιον ώστε να τον απομακρύνω από μια θέση ή από κοντά μου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ελκύω έλκω προσελκύω τραβώ αγκαλιάζω ποθώ σύρω αρέσω τραβάω φιλώ φιλάω γοητεύω μαγνητίζω μαγεύω δέχομαι αποδέχομαι υποδέχομαι καλωσορίζω προσκαλώ απορροφώ ασπάζομαι επιζητώ ερωτεύομαι παρακινώ προτρέπω σέρνω στρέφω φιλέω ψήνω αγαπάω αγγίζω πείθω επιθυμώ ενδιαφέρω αφομοιώνω κολλώ λιγουρεύομαι συναρπάζω υποκινώ σαγηνεύω φλερτάρω προσεγγίζω ενθαρρύνω παροτρύνω συνδράμω περνώ τρελαίνομαι προτιμώ αφοπλίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Απωθώ το βαρέλι μακριά από την πόρτα για να την ανοίξω.
- Απωθώ τους πελάτες με την άσχημη μυρωδιά στην κουζίνα.
- Απωθώ τις αναμνήσεις του πολέμου για να μην με πονάνε.
- Απωθώ όποιον προσπαθεί να με χειριστεί.
- Απωθώ τον ένα μαγνήτη από τον άλλο όταν έχουν όμοιους πόλους.