αδυναμία

ουσιαστικό

1. Έλλειψη φυσικής δύναμης ή ζωτικότητας που περιορίζει την ικανότητα για δραστηριότητα ή αντοχή.

2. Αδυναμία εκτέλεσης ή επίτευξης ενός έργου ή στόχου λόγω έλλειψης ικανοτήτων, πόρων ή κατάλληλων συνθηκών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Νιώθει ξαφνική αδυναμία και χρειάζεται να καθίσει.
  • Η αδυναμία του να μιλήσει δημόσια εμποδίζει την καριέρα του.
  • Έχει μεγάλη αδυναμία στο σοκολατένιο παγωτό.
  • Η εταιρεία ανακοίνωσε αδυναμία καταβολής των μισθών.
  • Η μελέτη παρουσιάζει σοβαρή αδυναμία στη μεθοδολογία της.