αδυναμία
ουσιαστικό1. Έλλειψη φυσικής δύναμης ή ζωτικότητας που περιορίζει την ικανότητα για δραστηριότητα ή αντοχή.
2. Αδυναμία εκτέλεσης ή επίτευξης ενός έργου ή στόχου λόγω έλλειψης ικανοτήτων, πόρων ή κατάλληλων συνθηκών.
Συνώνυμα
ανικανότητα ανεπάρκεια έλλειψη δυσκολία μειονέκτημα ευπάθεια ευαλωτότητα κόπωση εξάντληση λιποθυμία συμπάθεια κολλημάρα αποδυνάμωση ατονία εξασθένηση εξασθένιση κούραση δυσπραγία ελάττωμα ευθραυστότητα κατάπτωση ζάλη λάτρεψη πάθος κόλλημα κουσούρι αρέσκεια ατροφία ευαισθησία αδεξιότητα δυσχέρεια κλίση αβουλία καχεξία ματαιότητα
Αντώνυμα
δύναμη ικανότητα αντοχή ισχύς επινοητικότητα προμαχώνας εξουσία κράτος δυνατότητα παντοδυναμία προτέρημα πυλώνας σθεναρότητα αποτελεσματικότητα σθένος ανθεκτικότητα ευρωστία υγεία επάρκεια έφεση αρμοδιότητα βουλή δεξιότητα επίδοση επιρροή ευεξία εφευρετικότητα κυριαρχία υπεροχή απόδοση ενέργεια πλεονέκτημα κουμάντο διαθεσιμότητα χάρισμα ανωτερότητα αυτάρκεια δραστικότητα επιδεξιότητα προσόν σφρίγος ανδρεία διάκριση διευκόλυνση δραχμή εκπλήρωση διάθεση υγειά εργαλείο προοπτική αυτοδιάθεση δεξιοτεχνία εδέσματα ραχοκοκαλιά υποστήριγμα χωρητικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Νιώθει ξαφνική αδυναμία και χρειάζεται να καθίσει.
- Η αδυναμία του να μιλήσει δημόσια εμποδίζει την καριέρα του.
- Έχει μεγάλη αδυναμία στο σοκολατένιο παγωτό.
- Η εταιρεία ανακοίνωσε αδυναμία καταβολής των μισθών.
- Η μελέτη παρουσιάζει σοβαρή αδυναμία στη μεθοδολογία της.