αρέσκεια
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή συναίσθημα ευχαρίστησης και ικανοποίησης που προκύπτει από κάτι ή κάποιον.
2. Ευνοϊκή διάθεση ή εύνοια απέναντι σε κάποιον, εκδήλωση προτίμησης και επιθυμία να του γίνει χάρη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Διάλεξε τα χρώματα κατά την αρέσκεια σου.
- Ο καλλιτέχνης δέχτηκε τους επαίνους με αρέσκεια.
- Ο υπάλληλος προσπάθησε να κερδίσει την αρέσκεια του διευθυντή.
- Η επιτροπή αγνόησε την αρέσκεια του κοινού και προχώρησε στην απόφαση.
- Έδειξε αρέσκεια για το νέο έργο που παρουσιάστηκε χθες.