αποδυνάμωση

ουσιαστικό

1. Μείωση της δύναμης, της ισχύος ή της αντοχής ενός οργανισμού, οργάνου, μέλους ή αντικειμένου, με αποτέλεσμα περιορισμένη ικανότητα λειτουργίας.

2. Μείωση της επιρροής, του κύρους ή της πολιτικής/οικονομικής ισχύος ενός προσώπου, θεσμού ή κράτους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος αυξάνει τον κίνδυνο λοιμώξεων.
  • Παρατηρήθηκε αποδυνάμωση των μυών μετά από μακρά περίοδο ακινησίας.
  • Η συνεχής αποδυνάμωση του κόμματος προκάλεσε εσωτερικές αναταράξεις.
  • Οι διεθνείς κυρώσεις επιτάχυναν την αποδυνάμωση της οικονομίας.
  • Κατά τη διάρκεια της καταιγίδας υπήρξε αποδυνάμωση του σήματος κινητής τηλεφωνίας.