έφεση

ουσιαστικό

1. Δικαστική διαδικασία με την οποία ένα διάδικο μέσο ζητά την επανεξέταση και αναθεώρηση από ανώτερο δικαστήριο μιας προηγούμενης δικαστικής απόφασης.

2. Κλίση ή προδιάθεση ενός ατόμου προς συγκεκριμένη συμπεριφορά, δραστηριότητα ή ενδιαφέρον.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κατέθεσε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης.
  • Έχει έφεση προς τις θετικές επιστήμες.
  • Η έφεση της ταινίας στο νεανικό κοινό ήταν εμφανής.
  • Ο παίκτης έδειξε έφεση στον τζόγο.
  • Έδειξε έφεση στη λεπτομέρεια και την ακρίβεια.