ευεξία
ουσιαστικό1. Κατάσταση ισορροπημένης σωματικής και ψυχικής υγείας, κατά την οποία το άτομο διαθέτει ικανοποιητικό επίπεδο ενέργειας και ζωτικότητας για την καθημερινή λειτουργία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ασθένεια νόσος αρρώστια κακοζωία πονοκέφαλος ναυτία αδιαθεσία εξάντληση αδυναμία καχεξία νοσηρότητα νόσημα πάθηση πόνος πάθος κατάθλιψη εγκεφαλικό γρίπη έμφραγμα ζάλη καταπόνηση κούραση λοιμός νόσηση δυσφορία κατάπτωση μιζέρια μαρτύριο στενοχώρια στρες τραυματισμός τραύμα καρκίνος πληγή κακουχία λοίμωξη
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευεξία είναι απαραίτητη για μια ποιοτική ζωή.
- Φροντίζω την ευεξία μου με καθημερινή άσκηση και ισορροπημένη διατροφή.
- Η ψυχική ευεξία βελτιώθηκε μετά από τακτικό διαλογισμό.
- Το κέντρο προσφέρει ένα πρόγραμμα με στόχο την ευεξία και τη χαλάρωση.
- Η εταιρεία επενδύει στην ευεξία των εργαζομένων για καλύτερο εργασιακό κλίμα.