δυσχέρεια
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία η εκτέλεση μίας πράξης ή η επίτευξη ενός στόχου γίνεται με δυσκολία και απαιτεί αυξημένη προσπάθεια λόγω εμποδίων, περίπλοκων συνθηκών ή περιορισμένων δυνατοτήτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσε μεγάλη δυσχέρεια στην αναπνοή μετά το τρέξιμο.
- Η έλλειψη πόρων προκάλεσε δυσχέρεια στην υλοποίηση του έργου.
- Ένιωσε δυσχέρεια όταν του έκανα προσωπική ερώτηση.
- Οι νέοι περιορισμοί δημιούργησαν δυσχέρεια στις μετακινήσεις.
- Η οικογένεια αντιμετωπίζει δυσχέρεια μετά την απώλεια εργασίας.