υγειά
ουσιαστικό1. Κατάσταση πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας, στην οποία το άτομο λειτουργεί φυσιολογικά και αρμονικά.
2. Απουσία ασθενειών, τραυματισμών ή παθολογικών διαταραχών που επηρεάζουν την κανονική λειτουργία του οργανισμού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η υγειά του παιδιού βελτιώθηκε μετά τη θεραπεία.
- Στην υγειά σου!
- Πρέπει να φροντίζεις την υγειά σου καθημερινά.
- Οι κανόνες για την υγειά στο εστιατόριο είναι πολύ αυστηροί.
- Η υγειά και η ασφάλεια των εργαζομένων αποτελούν προτεραιότητα.