αρμοδιότητα

ουσιαστικό

1. Η νομικά ή θεσμικά καθορισμένη εξουσία και επάρκεια ενός προσώπου, οργάνου ή φορέα να αναλαμβάνει, να εκτελεί και να αποφασίζει για συγκεκριμένα καθήκοντα, υποθέσεις ή διαδικασίες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αρμοδιότητα του δικαστηρίου καλύπτει υποθέσεις αστικού δικαίου.
  • Δεν είναι δική μου αρμοδιότητα να υπογράψω αυτό το έγγραφο.
  • Η αρμοδιότητα της επιτροπής αφορά την αξιολόγηση των προτάσεων χρηματοδότησης.
  • Οι αρμοδιότητες των υπαλλήλων περιλαμβάνουν εξυπηρέτηση πολιτών και τήρηση αρχείων.
  • Ζήτησε από το συμβούλιο να του μεταβιβάσει την αρμοδιότητα για την έκδοση άδειας.