δυσκολία
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή στοιχείο που δυσχεραίνει την εκτέλεση μιας πράξης ή την επίτευξη ενός στόχου, απαιτώντας επιπλέον προσπάθεια, χρόνο, ικανότητες ή πόρους για να αντιμετωπιστεί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχει μεγάλη δυσκολία στο να μιλάει δημόσια.
- Η ομάδα αντιμετώπισε δυσκολία λόγω της κακοκαιρίας.
- Η δυσκολία της άσκησης ήταν εμφανής από την πρώτη στιγμή.
- Σήκωσε το κουτί με δυσκολία, αλλά τελικά τα κατάφερε.
- Μπορεί να αντιμετωπίσεις οικονομική δυσκολία αν δεν προγραμματίσεις τα έξοδα.
- Η μεγαλύτερη δυσκολία του προγράμματος ήταν η έλλειψη δεδομένων.