δεξιότητα

ουσιαστικό

1. Σύνολο γνώσεων, πρακτικής εμπειρίας και εξάσκησης που επιτρέπει την αποτελεσματική, ακριβή και γρήγορη εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών ή λειτουργιών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δεξιότητα στην οδήγηση απαιτεί συγκέντρωση και εμπειρία.
  • Απέδειξε με την παρουσίασή του εξαιρετική δεξιότητα στην επικοινωνία.
  • Η δεξιότητα των χεριών του ήταν εμφανής όταν επισκεύαζε το ρολόι.
  • Για να μάθεις μαγειρική, χρειάζεται υπομονή και δεξιότητα με τα μαχαίρια.
  • Η δεξιότητα στην επίλυση προβλημάτων εκτιμάται πολύ στην ομάδα μας.