επίδοση
ουσιαστικό1. Μέτρο ή αποτέλεσμα της απόδοσης ενός ατόμου σε μαθησιακό, επαγγελματικό ή αθλητικό πλαίσιο, που εκφράζεται με βαθμούς, αξιολόγηση ή συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Συνώνυμα
απόδοση βαθμός βαθμολογία εκτέλεση ρεκόρ παράδοση ερμηνεία ειδοποίηση υποβολή αποτέλεσμα σκορ επίτευξη αποδοτικότητα αποτελεσματικότητα διαβίβαση διανομή αποστολή παρουσίαση παράσταση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επίδοση του μαθητή στα Μαθηματικά βελτιώθηκε σημαντικά.
- Η επίδοση του εργαζομένου κρίνεται από τους υπευθύνους.
- Η επίδοση του δικογράφου έγινε προσωπικά στον κατηγορούμενο.
- Η επίδοση του κινητήρα μειώθηκε λόγω της φθοράς.
- Η επίδοση της έκθεσης στο γραφείο έγινε πριν την προθεσμία.