κλίση
ουσιαστικό1. Επιφάνεια ή γραμμή που παρουσιάζει διαφορά ύψους μεταξύ δύο σημείων, εκφράζοντας βαθμό ανόδου ή καθόδου.
Συνώνυμα
έφεση ροπή τάση προδιάθεση πλάγιασμα φύση διάθεση ταλέντο χάρισμα καμπή προτίμηση αδυναμία ανηφόρα κατηφόρα ιδιοσυγκρασία προθυμία προσανατολισμός επιθυμία κατεύθυνση γούστο επάγγελμα πλαγιά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κλίση του λόφου ήταν απότομη.
- Η κλίση της στέγης επιτρέπει στο νερό να απορρέει.
- Η κλίση της ευθείας υπολογίζεται ως το πηλίκο της μεταβολής του y προς τη μεταβολή του x.
- Έχει κλίση προς τις ανθρωπιστικές επιστήμες.
- Η κλίση των ρημάτων στα ελληνικά δείχνει πρόσωπο, αριθμό και χρόνο.
- Η κλίση του κεφαλιού του έδειχνε απορία.