αυτάρκεια
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση του να είναι κάποιος ή κάτι σε θέση να ικανοποιεί τις βασικές του ανάγκες χωρίς εξωτερική βοήθεια ή υποστήριξη.
Συνώνυμα
αυτοεπάρκεια αυτοδυναμία αυτοτέλεια αυτονομία αυτοσυντήρηση αυτοχρηματοδότηση βιωσιμότητα αυτοβιωσιμότητα αυτοπαραγωγή αυτοεξασφάλιση αυτοδιαχείριση ανεξαρτησία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Επιδιώκει την αυτάρκεια για να μη βασίζεται σε άλλους.
- Το χωριό στοχεύει στην αυτάρκεια σε τρόφιμα χάρη σε μικρές καλλιέργειες και κτηνοτροφία.
- Μια πολιτική αυτάρκεια συχνά περιορίζει τις εισαγωγές και προωθεί την εγχώρια παραγωγή.
- Στην αρχαία φιλοσοφία, η αυτάρκεια θεωρούνταν αρετή που οδηγεί στην εσωτερική ελευθερία.
- Η αυτάρκεια των αποθεμάτων εξασφαλίζει την ομαλή λειτουργία του νοσοκομείου σε περιόδους κρίσης.