κούραση
άλλοΣωματική ή πνευματική κατάσταση μειωμένης αντοχής και ενέργειας, που εμφανίζεται ύστερα από παρατεταμένη προσπάθεια ή δραστηριότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από ολόκληρη την ημέρα δουλειάς ένιωθα μεγάλη κούραση.
- Η συνεχής μελέτη προκάλεσε πνευματική κούραση.
- Ο γιατρός είπε ότι η ζαλάδα οφείλεται στην κούραση.
- Από την κούραση του ταξιδιού δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί.
- Η κούραση από τις επαναλήψεις έκανε τους μαθητές να αποσυντονιστούν.