ευπάθεια
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία κάτι ή κάποιος επηρεάζεται, βλάπτεται ή υποκύπτει εύκολα από εξωτερικούς παράγοντες.
2. Προδιάθεση οργανισμών, ιστών ή οργάνων να προσβληθούν από νόσημα ή να παρουσιάσουν δυσλειτουργία υπό συγκεκριμένες συνθήκες.
Συνώνυμα
ευαλωτότητα ευαισθησία αδυναμία επιρρέπεια επιδεκτικότητα τρύπα ευθραυστότητα κενό προδιάθεση τραυματότητα δεκτικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευπάθεια σε ιώσεις αυξήθηκε μετά την επέμβαση.
- Μια ευπάθεια στο λογισμικό επέτρεψε την πρόσβαση μη εξουσιοδοτημένων χρηστών.
- Η ευπάθεια του μετάλλου στη διάβρωση απαιτεί ειδική επεξεργασία της επιφάνειας.
- Η ευπάθεια ενός παιδιού χρειάζεται προσοχή και στήριξη από τους ενήλικες.
- Η ευπάθεια του οικοσυστήματος στην κλιματική αλλαγή απαιτεί άμεση δράση.