προτέρημα
ουσιαστικόΘετική ιδιότητα ή χαρακτηριστικό που προσδίδει υπεροχή, διευκόλυνση ή ευνοϊκή θέση σε έναν άνθρωπο, μια ιδέα, μια πράξη ή ένα αντικείμενο σε σύγκριση με άλλα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το προτέρημα της εταιρείας είναι η ταχύτητα στην εξυπηρέτηση.
- Η ειλικρίνεια είναι για εκείνη ένα σημαντικό προτέρημα.
- Ένα επιπλέον προτέρημα του διαμερίσματος είναι η θέα στη θάλασσα.
- Στην αίτηση πρόσληψης, το μεγαλύτερο προτέρημα του υποψηφίου ήταν η πολυετής εμπειρία.
- Δεν θεωρώ την επιμονή πάντα προτέρημα, αν μπλοκάρει τη συνεργασία.