βουλή
ουσιαστικό1. Σώμα εκλεγμένων ή διορισμένων εκπροσώπων που συγκροτείται για τη νομοθεσία, τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας και την εκπροσώπηση του λαού σε ένα κράτος ή κοινότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βουλή ψήφισε τον νέο νόμο.
- Οι πολιτικοί συζητούσαν έντονα στη βουλή.
- Η βουλή συνεδριάζει εκτάκτως αύριο.
- Η βουλή του λαού εκφράστηκε μέσα από τις εκλογές.
- Η βουλή του Θεού είναι ανεξιχνίαστη για τους ανθρώπους.