πάθος
ουσιαστικό1. Ισχυρό, έντονο συναίσθημα έλξης, θαυμασμού ή αφοσίωσης προς πρόσωπο, ιδέα ή δραστηριότητα, που προκαλεί έντονη επιθυμία συμμετοχής ή έκφρασης.
Συνώνυμα
πόθος πόνος λαχτάρα ασθένεια νόσημα έρως έρωτας λατρεία ζήλος ένθουσιασμός μανία βάσανο θλίψη επιθυμία κίνητρο πυρετός χόμπι θυμός θέρμη κάψιμο καύλα ενθουσιασμός έξαψη οίστρος παραφορά συναρπασμός εμμονή κόλλημα τρέλα φρενίτιδα φλόγα έκσταση μένος ορμή ώθηση συναίσθημα σεξ οργή πνεύμα αίσθημα έφεση αγάπη αδυναμία δαίμων κολλημάρα πάθηση ροπή αδημονία παροξυσμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πάθος του για τη μουσική τον ώθησε να ασχοληθεί επαγγελματικά.
- Ένιωσα ένα ανεξέλεγκτο πάθος όταν την είδα.
- Το πάθος στη σκηνή καθήλωσε το κοινό.
- Στα θεολογικά κείμενα, το πάθος συχνά περιγράφεται ως μορφή μαρτυρίου ή θλίψης.
- Έπρεπε να μάθει να ελέγχει το πάθος του για να παίρνει σωστές αποφάσεις.