κουμάντο

ουσιαστικό

1. Η εξουσία ή ικανότητα να καθορίζεις, να ελέγχεις και να λαμβάνεις αποφάσεις για τη λειτουργία, τη συμπεριφορά ή την κατεύθυνση ενός χώρου, μιας ομάδας ή μιας κατάστασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καπετάνιος έκανε κουμάντο στην καταιγίδα.
  • Στο σπίτι μας η μητέρα πάντα έκανε κουμάντο.
  • Μην μου κάνεις κουμάντο — θα αποφασίσω μόνος μου.
  • Στην εταιρεία εκείνος κρατάει το κουμάντο των οικονομικών.
  • Στην ομάδα ο προπονητής κάνει κουμάντο, αλλά ακούει και τους παίκτες.