ανικανότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο ή φορέας δεν διαθέτει τη φυσική, νοητική ή τεχνική ικανότητα να πραγματοποιήσει, εκτελέσει ή ανταποκριθεί σε μια συγκεκριμένη ενέργεια, λειτουργία ή εργασία.
Συνώνυμα
ανικανία ανεπάρκεια αδυναμία ακαταλληλότητα αναποτελεσματικότητα αδεξιότητα έλλειμμα αποτυχία αχρηστία αναπηρία δυσλειτουργία παραλυσία άγνοια μειονεξία παράλυση
Αντώνυμα
ικανότητα επάρκεια δυνατότητα επινοητικότητα εφευρετικότητα ταλέντο εξουσία χάρισμα παντοδυναμία δεξιότητα επιδεξιότητα αποτελεσματικότητα αποδοτικότητα έφεση αρμοδιότητα επίδοση ευχέρεια σθένος δύναμη τέχνη ισχύς ιδιοφυία δεξιοτεχνία μαεστρία τεχνογνωσία επιτυχία επαγγελματισμός εξειδίκευση διάκριση ευφυΐα νοημοσύνη δίπλωμα ετοιμότητα νοητικότητα οξυδέρκεια συνάρτηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανικανότητα του ασθενούς να περπατήσει μετά το ατύχημα απαιτεί εντατική φυσιοθεραπεία.
- Η ανικανότητα του διευθυντή να οργανώσει την ομάδα προκάλεσε σημαντικές καθυστερήσεις στα έργα.
- Το δικαστήριο αναγνώρισε την ανικανότητα του ενήλικα να διαχειρίζεται την περιουσία του.
- Η ανικανότητα του άνδρα επηρέασε σοβαρά τη σχέση τους και οδήγησε σε επίσκεψη στον γιατρό.
- Η ανικανότητα των πολιτών να αντιδράσουν στην αδικία δημιούργησε κλίμα κοινωνικής απάθειας.