αδεξιότητα
ουσιαστικόΚατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία οι κινήσεις, οι χειρισμοί ή οι συμπεριφορές εκτελούνται χωρίς ευχέρεια ή ακρίβεια, με αποτέλεσμα λάθη, αδέξιες κινήσεις ή δυσκολίες στον χειρισμό αντικειμένων και στην διαπροσωπική έκφραση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επιδεξιότητα δεξιότητα δεξιοτεχνία χάρις ταλέντο τέχνη χάρισμα ευχέρεια ευλυγισία ικανότητα μαεστρία μαστοριά ακρίβεια τεχνική τεχνογνωσία φινέτσα ιδιοφυία
Παραδείγματα χρήσης
- Η αδεξιότητα του νεαρού χορευτή φάνηκε όταν σκόνταψε στη σκηνή.
- Η αδεξιότητα του ομιλητή στην πρώτη συνάντηση έκανε τη συζήτηση αμήχανη.
- Λόγω της αδεξιότητας του τεχνικού, το μηχάνημα χρειάστηκε επιπλέον επισκευές.
- Μια μικρή αδεξιότητα στην τελετή έσβησε για λίγο το κέφι των παρευρισκομένων.
- Η αδεξιότητα στη διαχείριση της κρίσης προκάλεσε παρεξηγήσεις και αναταραχή.