αδεξιότητα

ουσιαστικό

Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία οι κινήσεις, οι χειρισμοί ή οι συμπεριφορές εκτελούνται χωρίς ευχέρεια ή ακρίβεια, με αποτέλεσμα λάθη, αδέξιες κινήσεις ή δυσκολίες στον χειρισμό αντικειμένων και στην διαπροσωπική έκφραση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αδεξιότητα του νεαρού χορευτή φάνηκε όταν σκόνταψε στη σκηνή.
  • Η αδεξιότητα του ομιλητή στην πρώτη συνάντηση έκανε τη συζήτηση αμήχανη.
  • Λόγω της αδεξιότητας του τεχνικού, το μηχάνημα χρειάστηκε επιπλέον επισκευές.
  • Μια μικρή αδεξιότητα στην τελετή έσβησε για λίγο το κέφι των παρευρισκομένων.
  • Η αδεξιότητα στη διαχείριση της κρίσης προκάλεσε παρεξηγήσεις και αναταραχή.