συμπάθεια
ουσιαστικό1. Αίσθημα θετικής εκτίμησης ή έλξης προς ένα πρόσωπο ή αντικείμενο, που εκδηλώνεται με ευνοϊκό ενδιαφέρον και επιθυμία εγγύτητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσα μεγάλη συμπάθεια για τον συνάδελφο μετά το ατύχημα.
- Από την πρώτη στιγμή ένιωσε μια αθώα συμπάθεια για εκείνη.
- Η κοινότητα έδειξε συμπάθεια προς τους πληγέντες του σεισμού.
- Οι πολιτικές του επιλογές δεν κέρδισαν την συμπάθεια των ψηφοφόρων.
- Οι προσωπικές μου συμπάθειες με οδηγούν να προτιμώ μικρές εταιρείες.