απόδοση
ουσιαστικό1. Μέτρο της ικανότητας ή του βαθμού με τον οποίο ένα άτομο, μηχάνημα ή σύστημα εκτελεί ένα έργο και πετυχαίνει τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Συνώνυμα
επίδοση αποδοτικότητα παραγωγή ερμηνεία παράσταση παράδοση επιστροφή μετάφραση εκτέλεση αποτελεσματικότητα κέρδος έσοδα εισόδημα απολαβή αποπληρωμή περιγραφή πληρωμή όφελος καρπός αναπαράσταση απεικόνιση αποτύπωση διατύπωση καταβολή μέρισμα ανάθεση διερμηνεία δραστικότητα κέρδη αμοιβή παρουσίαση εκφορά διανομή ανάκτηση εξόφληση πρόσοδος χορήγηση κατανομή μοιρασιά
Αντώνυμα
αποτυχία ζημία απώλεια παρακράτηση υποαπόδοση αναποτελεσματικότητα λογοκλοπή υφαρπαγή ανεπάρκεια αδυναμία απραξία καθυστέρηση κωλυσιεργία ληστεία κράτημα αρπαγή αυξομείωση
Παραδείγματα χρήσης
- Η απόδοση του κινητήρα έχει βελτιωθεί μετά την αναβάθμιση.
- Η απόδοση των επενδύσεων ήταν υψηλή φέτος.
- Η απόδοση του κειμένου στα ελληνικά είναι πιστή στο πρωτότυπο.
- Η απόδοση του παίκτη στο γήπεδο ήταν εντυπωσιακή.
- Η απόδοση του χωραφιού σε σιτάρι ήταν χαμηλή λόγω ξηρασίας.