εγκλωβίζομαι
ρήμα1. Βρίσκομαι σε χώρο ή θέση από την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα εξόδου λόγω φυσικών εμποδίων, κλειδώματος ή αποκλεισμού.
Συνώνυμα
παγιδεύομαι σφηνώνομαι κολλάω μπλοκάρομαι ακινητοποιούμαι καθηλώνομαι απομονώνομαι φυλακίζομαι περιορίζομαι δεσμεύομαι στριμώχνομαι σφηνιάζομαι σκαλώνω κλείνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατά τον σεισμό εγκλωβίζομαι κάτω από τα συντρίμμια και περιμένω βοήθεια.
- Κάθε πρωί στον αυτοκινητόδρομο εγκλωβίζομαι στο μποτιλιάρισμα και αργώ στη δουλειά.
- Σε αυτή τη σχέση εγκλωβίζομαι και φοβάμαι να πάρω απόφαση.
- Όταν ανησυχώ για το μέλλον, εγκλωβίζομαι σε αρνητικές σκέψεις.
- Με τα γραφειοκρατικά εμπόδια εγκλωβίζομαι και δεν προχωράει το αίτημά μου.
- Όταν γράφω κώδικα, φοβάμαι ότι εγκλωβίζομαι σε έναν άπειρο βρόχο.