φρακάρω
ρήμα1. Κλείνω ή μαζεύω το φράκο ή άλλο επίσημο ένδυμα, ώστε να εφαρμόζει ή να τακτοποιείται σωστά.
2. Φοράω ή εμφανίζομαι με φράκο, ιδίως σε επίσημη περίσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αν φύγουμε αργά, θα φρακάρω στην κίνηση και θα αργήσω στη δουλειά.
- Το ίντερνετ φράκαρε πάλι και δεν ανοίγει καμία σελίδα.
- Η κυκλοφορία φρακάρει κάθε πρωί στο κέντρο της πόλης.
- Προσπάθησε να ξεβουλώσει τον σωλήνα που είχε φρακάρει με χώματα.
- Έβαλε τόσα δεδομένα στο σύστημα, που τελικά το πρόγραμμα φράκαρε.
- Μη βάζεις άλλο χαρτί στον εκτυπωτή, γιατί θα φρακάρει.