σπάω
ρήμα1. Ασκώ δύναμη ή χτυπώ κάτι ώστε να διαρραγεί, να αποσπαστεί ή να διαχωριστεί σε κομμάτια και να χάσει την ακεραιότητά του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
κολλάω κολλώ συγκολλώ ενώνω συνενώνω επισκευάζω επιδιορθώνω φτιάχνω συναρμολογώ επανασυνδέω αποκαθιστώ επισκευάζομαι κατασκευάζω συνθέτω συναρμολογούμαι
Παραδείγματα χρήσης
- Κατά λάθος σπάω ένα ποτήρι.
- Στο γυμναστήριο σπάω το ρεκόρ μου στο τρέξιμο.
- Σε νέες γνωριμίες συχνά σπάω τον πάγο με ένα αστείο.
- Στην παρέα μας σπάω πλάκα συνέχεια.
- Όταν με πιέζουν πολύ, σπάω σε κλάματα.