απεμπλέκομαι
ρήμα1. Βγαίνω από κατάσταση φυσικής ή μηχανικής σύνδεσης με κάτι, ώστε να μην είμαι πλέον δεμένος ή συνδεδεμένος με αυτό.
2. Διακόπτω τη συμμετοχή ή την ανάμιξή μου σε υπόθεση, διαδικασία, σύγκρουση ή σχέση, αποφεύγοντας περαιτέρω εμπλοκή.
Συνώνυμα
ξεμπλέκομαι ξεμπερδεύομαι αποδεσμεύομαι απελευθερώνομαι απεγκλωβίζομαι αποσυνδέομαι αποσυρόμαι αποχωρώ απομακρύνομαι αποκολλάμαι εξέρχομαι ξεκόβομαι απαλλάσσομαι ελευθερώνομαι αποτραβιέμαι διαφεύγω ξεφεύγω ξελασπώνομαι ξεκουμπίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπαθώ να απεμπλέκομαι από αυτή την παρεξήγηση χωρίς να δημιουργήσω άλλο πρόβλημα.
- Μετά από πολλές συζητήσεις, κατάφερε να απεμπλέκομαι από τη δύσκολη συμφωνία.
- Η ομάδα χρειάστηκε τη βοήθεια του δικηγόρου για να απεμπλέκομαι από τη νομική υπόθεση.
- Θέλει να απεμπλέκομαι από αυτή την τοξική σχέση όσο πιο γρήγορα γίνεται.
- Με σωστό σχεδιασμό, μπορούμε να απεμπλέκομαι από τα χρέη μέσα στα επόμενα χρόνια.