αρρωσταίνω
ρήμα1. Υποκύπτω σε νόσημα ή προσβάλλομαι από ασθένεια, εμφανίζοντας παθολογικά συμπτώματα που μειώνουν την υγεία και τη λειτουργικότητα του οργανισμού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε χειμώνα αρρωσταίνω από το κρύο.
- Οι δυνατές μυρωδιές με κάνουν να αρρωσταίνω.
- Η αδικία και η υποκρισία με κάνουν να αρρωσταίνω.
- Αρρωσταίνω για τη Μαρία κάθε φορά που τη βλέπω.
- Αρρωσταίνω από την ανησυχία όταν τα παιδιά αργούν.