αναρρώνω
ρήμα1. Αποκαθιστώ την υγεία και τη σωματική ή ψυχική ισχύ μετά από ασθένεια, τραυματισμό ή χειρουργική επέμβαση, παρουσιάζοντας σταδιακή βελτίωση και επαναφορά στις κανονικές λειτουργίες.
Συνώνυμα
συνέρχομαι επανέρχομαι θεραπεύομαι αποθεραπεύομαι ανακτώ ανακάμπτω επανακάμπτω βελτιώνομαι ξεπερνώ περνώ ανανήπτω ξεπερνάω ξεκουράζομαι επουλώνω ανακουφίζομαι επούλωνομαι σώζομαι
Αντώνυμα
αρρωσταίνω υποτροπιάζω επιδεινώνομαι χειροτερεύω παθαίνω πάσχω τσακίζομαι καταρρέω επιβαρύνομαι ξανααρρωσταίνω πασχίζω πονώ πιάνω κολλάω τραυματίζομαι παρακμάζω
Παραδείγματα χρήσης
- Η Μαρία αναρρώνει μετά το ατύχημα.
- Μετά την εγχείρηση, ο πατέρας αναρρώνει στο σπίτι.
- Εγώ αναρρώνω γρήγορα από τη γρίπη.
- Η οικονομία της χώρας αναρρώνει σταδιακά.
- Οι ασθενείς αναρρώνουν καλύτερα όταν έχουν υποστήριξη.