χωρίζω
ρήμα1. Απομακρύνω ή αποχωρίζω μέρη από ένα ενιαίο σύνολο, ώστε να βρεθούν σε ξεχωριστές θέσεις ή τμήματα.
2. Διακόπτω ή τερματίζω τη συνύπαρξη ή τη σχέση ανάμεσα σε πρόσωπα ή αντικείμενα, προκαλώντας τους να μείνουν χωριστά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί χωρίζω το ψωμί σε φέτες.
- Πριν από ένα χρόνο χώρισα με τον σύντροφό μου.
- Ο ποταμός χωρίζει το χωριό στα δύο.
- Στη συνάντηση χωρίσαμε το έργο σε επιμέρους στάδια.
- Παρακαλώ χώρισε τα έγγραφα σε ξεχωριστούς φακέλους.