προσκολλάμαι

ρήμα

1. Διατηρώ στενή επαφή με μια επιφάνεια ή αντικείμενο, έτσι ώστε να μην αποχωρίζομαι εύκολα.

2. Κρατιέμαι γερά ή εξαρτώμαι συναισθηματικά από πρόσωπο ή πράγμα, με δυσκολία στην αποδέσμευση.

Συνώνυμα

κολλάμαι προσκολλούμαι συγκολλούμαι κολλάω προσκολλάω επικολλούμαι προσδένομαι συνδέομαι αγκαλιάζομαι σφηνώνομαι αγκιστρώνομαι κρέμομαι εμμένω στηρίζομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ προσκολλάμαι στο τζάμι όταν υπάρχει υγρασία.
  • Στην εργασία προσκολλάμαι αυστηρά στους κανόνες της εταιρείας.
  • Παρά τις αλλαγές, προσκολλάμαι στη φωτογραφία που μου θύμιζε το παρελθόν.
  • Στις συζητήσεις, προσκολλάμαι σε παλιές μου απόψεις και αδυνατώ να τις αλλάξω.
  • Στις δύσκολες στιγμές, προσκολλάμαι στις καθημερινές μου συνήθειες για ασφάλεια.