ενώνομαι
ρήμα1. Γίνομαι ένα με άλλους ή με κάτι άλλο, σχηματίζοντας κοινή ενότητα ή δεσμό.
2. Προσχωρώ ή εγγράφομαι σε ομάδα, οργάνωση ή σύστημα και αποκτώ την ιδιότητα ή το ρόλο του μέλους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από σήμερα ενώνομαι στο τοπικό σωματείο των εθελοντών.
- Όταν ενώνομαι με την ομάδα, νιώθω πιο δυνατός και ασφαλής.
- Για να ανανεώσω τις γνώσεις μου, ενώνομαι κάθε χρόνο σε σεμινάρια.
- Συχνά ενώνομαι συναισθηματικά με τους ήρωες των βιβλίων που διαβάζω.
- Στο εργαστήριο, ενώνομαι ηλεκτρικά με το κύκλωμα για να ελέγξω τη λειτουργία.