δυσκολεύομαι
ρήμα1. Προσπαθώ να εκτελέσω μια ενέργεια με κόπο ή μειωμένη ευχέρεια, επειδή η πράξη απαιτεί περισσότερο από το συνηθισμένο ή υπάρχουν εμπόδια.
Συνώνυμα
ζορίζομαι δυσχεραίνομαι αδυνατώ παλεύω διστάζω κομπιάζω κολλάω μπλοκάρομαι μαγκώνομαι μπερδεύομαι αμφιταλαντεύομαι οκνεύω τραβιέμαι κοπιάζω ταλαιπωρούμαι πελαγώνω δειλιάζω τελματώνομαι κακοπαθώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο σχολείο δυσκολεύομαι με τα μαθηματικά.
- Συχνά δυσκολεύομαι να κοιμηθώ όταν έχω άγχος.
- Μετά την απώλεια, δυσκολεύομαι να μιλήσω για τα συναισθήματά μου.
- Όταν υπάρχουν πολλές επιλογές, δυσκολεύομαι να αποφασίσω.
- Στη νέα δουλειά, δυσκολεύομαι να προσαρμοστώ στους γρήγορους ρυθμούς.