αντιστοιχώ
ρήμα1. Βρίσκομαι σε σχέση αντιστοιχίας με κάτι άλλο, έτσι ώστε τα στοιχεία, οι θέσεις ή οι ιδιότητες του ενός να ανταποκρίνονται σ' αυτά του άλλου.
Συνώνυμα
ισοδυναμώ αντιστοιχίζω αντιστοιχίζομαι σχετίζω ταυτίζομαι ταιριάζω συμπίπτω συνάδω συμβαδίζω ανταποκρίνομαι σχετίζομαι αντιπροσωπεύω συμφωνώ εναρμονίζομαι κολλάω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι αριθμοί της πρώτης στήλης αντιστοιχούν στους κωδικούς της δεύτερης.
- Σε αυτό το γράφημα κάθε κόμβος αντιστοιχεί σε έναν χρήστη.
- Η θέση του στο έργο αντιστοιχεί στον ρόλο του υπεύθυνου ομάδας.
- Δεν αντιστοιώ στις προσδοκίες που έχουν για μένα.
- Αυτό το αντίγραφο αντιστοιχεί στην πρωτότυπη σύμβαση.