προετοιμασία
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή σύνολο ενεργειών που γίνονται εκ των προτέρων για να καταστήσουν κάτι έτοιμο προς χρήση ή υλοποίηση.
2. Η κατάσταση κατά την οποία κάποιος ή κάτι έχει γίνει έτοιμος ή έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα πριν από μια δραστηριότητα.
Συνώνυμα
ετοιμασία προετοιμασμός προπαρασκευή παρασκευή οργάνωση σχεδιασμός προπόνηση διάβασμα ετοιμότητα κατάρτιση πρόβα εκπαίδευση επιμέλεια στήσιμο μελέτη συνταγή προγραμματισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προετοιμασία για τις πανελλαδικές εξετάσεις απαιτεί καθημερινή μελέτη.
- Η προετοιμασία του δείπνου πήρε δύο ώρες λόγω πολλών πιάτων.
- Η προετοιμασία της αίθουσας για το συνέδριο ξεκίνησε από νωρίς το πρωί.
- Πριν την επέμβαση, η προετοιμασία του ασθενούς περιλάμβανε νηστεία και εργαστηριακές εξετάσεις.
- Η προετοιμασία των μαθητών για την παρουσίαση βελτίωσε την αυτοπεποίθησή τους.