τιμόνι
ουσιαστικό1. Κυκλικό ή περιστρεφόμενο εξάρτημα που τοποθετείται μπροστά από τον χειριστή και χρησιμοποιείται για την αλλαγή της διεύθυνσης ενός οχήματος ή σκάφους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κράτησε γερά το τιμόνι όταν πέρασε από την στενή στροφή.
- Ο καπετάνιος γύρισε το τιμόνι για να αλλάξει πορεία.
- Το τιμόνι του ποδηλάτου ήταν σκουριασμένο.
- Ανέλαβε το τιμόνι της εταιρείας μετά την αποχώρηση του διευθυντή.
- Το τιμόνι κόλλησε και δεν επέτρεπε στον οδηγό να στρίψει.