εγκράτεια

ουσιαστικό

1. Η ικανότητα ή κατάσταση ελέγχου και συγκράτησης των επιθυμιών, παρορμήσεων και παθών, ώστε να αποφεύγεται η υπερβολή.

2. Μορφή αυτοπεριορισμού στην κατανάλωση, τη συμπεριφορά ή τις εκφράσεις συναισθημάτων, που επιτρέπει μέτρο και αυτοκυριαρχία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έδειξε μεγάλη εγκράτεια όταν αντιστάθηκε στον πειρασμό.
  • Η εγκράτεια στη διατροφή τον βοήθησε να χάσει βάρος.
  • Ο μοναχός τήρησε την εγκράτεια για χρόνια.
  • Στη φιλοσοφία, η εγκράτεια θεωρείται αρετή.
  • Κατά τη συζήτηση, χρειάστηκε εγκράτεια για να μην απαντήσει με θυμό.